Η Javascript πρέπει να είναι ενεργοποιημένη για να συνεχίσετε!

 


Πρόωρες εκλογές το φθινόπωρο; Μια διαφορετική ανάλυση

Άρθρα | 10-06-2013 12:23



Του Κωνσταντίνου Γκράβα

Στην ειδησεογραφική ατζέντα των τελευταίων ημερών προσετέθη αίφνης το ενδεχόμενο διεξαγωγής πρόωρων εκλογών. To χρονικό διάστημα αναφοράς ορίζεται από την παρέλευση της καλοκαιρινής περιόδου που αναμένεται ιδιαίτερα θερμή για την τουριστική βιομηχανία και από το συγχρονισμό με τις κρίσιμες Γερμανικές εκλογές του φθινοπώρου.

Το σενάριο πρόωρων εκλογών είναι σύνηθες στην εγχώρια πολιτική σκηνή. Ανακύπτει δε σε περιόδους καμπής, μετά από σημαντικά γεγονότα που επισπεύδουν την ωφελιμιστική διαδικασία πολιτικής κεφαλαιοποίησης και συγκομιδής των καρπών μιας επιτυχίας. Ή σε περιόδους που απαιτούν ανανέωση της λαϊκής ετυμηγορίας, ως νωπής καταγραφής νομιμοποίησης προκειμένου να εφαρμοσθεί συγκεκριμένη πολιτική ενόψει μιας «δύσκολης» επερχόμενης συγκυρίας. Ή, τέλος, σε περιόδους ενδοκυβερνητικών τριγμών που συντονίζονται πολλαπλασιάζοντας τις ρωγμές στην επιφάνεια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Και που βαθαίνουν τα ρήγματα στο κυβερνητικό τόξο, επισύροντας την απώλεια της «Δεδηλωμένης».

Ανατρέχοντας στις περιπτώσεις διεξαγωγής πρόωρων εκλογικών αναμετρήσεων (προτού δηλαδή ολοκληρωθεί ο τετραετής κύκλος), κατά το πρόσφατο παρελθόν, θα μπορούσαμε σχετικά εύκολα να κατατάξουμε κάθε μία από αυτές κινούμενοι εντός του πλαισίου που περιγράφηκε.

Τέσσερα χρόνια πριν, πίσω στο φθινόπωρο του 2009, η κυβέρνηση Καραμανλή προσέφυγε σε εκλογές στο μέσον της δεύτερης κυβερνητικής θητείας της. Θέτοντας εκτός αναλυτικού πλαισίου διάφορες ερμηνείες συνδεόμενες με γεωπολιτικές παραμέτρους στρατηγικού προσανατολισμού προς το διεθνή παράγοντα, καθώς και συνωμοσιολογικές θεωρίες που έχουν αναπτυχθεί και καταγραφεί έκτοτε, η περίπτωση αυτή θα ενέπιπτε στη δεύτερη κατηγορία. Η εξήγηση έχει ως εξής: Η μεγάλη αλλαγή που σηματοδότησε η κρίση του 2008 στην παγκόσμια οικονομία άρχισε να γίνεται αντιληπτή με καθυστέρηση στη χώρα μας. Η οικονομική πολιτική έπρεπε αμέσως να αλλάξει δραματικά κατεύθυνση. Η επερχόμενη τότε δυσμενέστατη οικονομική συγκυρία απαιτούσε νωπή λαϊκή ετυμηγορία, προκειμένου να λάβει η κυβέρνηση τις δύσκολες αποφάσεις. Και έτσι οδηγήθηκε η χώρα σε εκλογές με το διάγγελμα του τότε πρωθυπουργού.

Την άνοιξη του 2012 διεξήχθησαν πάλι πρόωρες εκλογές, μετά την παραίτηση Παπανδρέου από την πρωθυπουργία το Νοέμβριο του 2011 και τον ενδιάμεσο σχηματισμό κυβέρνησης «ειδικού σκοπού» υπό τον Λ. Παπαδήμο με ημερομηνία λήξεως. Η μικρή παράταση της ημερομηνίας αυτής προκειμένου να ολοκληρωθεί ακριβώς ο σκοπός σχηματισμού της κυβέρνησης, οδήγησε τελικά το Μάιο του 2012 σε -άκαρπες από πλευράς σχηματισμού δεδηλωμένης πλειοψηφίας- εκλογές. Ακολούθησε αμέσως η διάλυση -άμα τη ορκωμοσία- της νέας Βουλής και ο σχηματισμός υπηρεσιακής κυβέρνησης υπό τον Π. Πικραμμένο για τη διενέργεια εκλογών τον Ιούνιο. Οι ζυμώσεις που ακολούθησαν μεταξύ των πολιτικών αρχηγών κατά τη διαδικασία των διερευνητικών εντολών καρποφόρησαν τη φορά αυτή και κατέληξαν στη σύνθεση τρικομματικής κυβέρνησης συνεργασίας, με πρωθυπουργό τον Α. Σαμαρά που ανέλαβε την εξουσία. Κατατάσσοντας την περίπτωση αυτή με βάση το θεωρητικό πλαίσιο που διατυπώθηκε αρχικά, οι πρόωρες εκλογές του 2012 εμπίπτουν στην τρίτη κατηγορία. Το πολιτικό κεφάλαιο της κυβέρνησης Παπανδρέου ξοδεύθηκε με επιταχυνόμενο ρυθμό, προϊούσης της οικονομικής κρίσης και των πολιτικών πρωτοφανούς δημοσιονομικής προσαρμογής στα πλαίσια του Μνημονίου. Πολλώ δε μάλλον όταν το εντυπωσιακό ποσοστό εκλογής (~44%) είχε στηριχθεί σε εκ διαμέτρου αντίθετες εξαγγελίες και ρητορείες, απόκλιση η οποία επέτεινε τη μετεκλογική φθορά μετά την προσγείωση στην οδυνηρή πραγματικότητα. Και ακόμη περισσότερο, όταν η εφαρμογή της δημοσιονομικής συνταγής προσανατολίσθηκε σε οριζόντιες μειώσεις μισθών και συντάξεων και αποσυνδέθηκε από τις -μετατιθέμενες συνεχώς προς το μέλλον- στοχευμένες μεταρρυθμίσεις στο Δημόσιο τομέα. Αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία ρωγμών στην κυβέρνηση, η σταδιακή συρρίκνωση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και τελικά η αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού με τη συνέχεια που περιγράφηκε προηγουμένως.

Φθάνουμε λοιπόν στην τρέχουσα κατάσταση των πραγμάτων και στο ερώτημα που τίθεται στον τίτλο του παρόντος άρθρου: Υπάρχει ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών το φθινόπωρο; Προκειμένου δε να απαντηθεί αυτό, θα ξεκινήσουμε …αντίστροφα. Θα υποθέσουμε δηλαδή ότι έρχεται το φθινόπωρο και πράγματι ανακοινώνονται πρόωρες εκλογές. Ακολουθώντας το ίδιο συλλογιστικό περίγραμμα που χρησιμοποιήθηκε για να αναλύσουμε τις δύο προγενέστερες αντίστοιχες περιπτώσεις, οφείλουμε να εξετάσουμε τις συνθήκες που θα οδηγούσαν στην υπόθεση που κάνουμε.

Ξεκινώντας από την πρώτη περίπτωση («σημαντικά γεγονότα που επισπεύδουν την ωφελιμιστική διαδικασία πολιτικής κεφαλαιοποίησης και συγκομιδής των καρπών μιας επιτυχίας»), η υπαγωγή σε αυτήν προϋποθέτει κατ’ αρχάς την ύπαρξη σημείου καμπής. Δηλαδή, αναφέρεται τρόπον τινά σε ένα «τοπικό μέγιστο» στη γλώσσα των Μαθηματικών: σε ένα σημείο κατά το οποίο κορυφώνεται η θετική πορεία (τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών και της σχετικότητας στον ιστορικό χρόνο) και ταυτόχρονα εγκυμονεί ο κίνδυνος κάμψης, αλλαγής επί τα χείρω των συνθηκών. Δύο παράμετροι πρέπει εδώ να διερευνηθούν: Πρώτον, αν τεκμαίρεται θετική πορεία και δεύτερον, αν το περιβάλλον είναι πραγματικά ιδιαιτέρως εύθραυστο ώστε να πιθανολογείται σημαντικά ο κίνδυνος επιδείνωσης της κατάστασης. Για το πρώτο, καίτοι είναι δύσκολο να απορριφθεί πλήρως η αποδόμηση του «success story», η αναμενόμενη θετική επίδραση της τουριστικής περιόδου στην οικονομία, σε συνδυασμό με τον περιορισμό των δίδυμων ελλειμμάτων (προϋπολογισμού και ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών), στοιχειοθετούν την ύπαρξη έστω και βραχυπρόθεσμου τοπικού μεγίστου στη διαδρομή της κυβέρνησης. Για το δεύτερο, η διεξαγωγή των Γερμανικών εκλογών και η ασύμμετρη αβεβαιότητα ως προς το κατά πόσον είναι επίπλαστη η εικόνα που παρουσιάζει ο διεθνής (...«γερμανόφωτος») παράγοντας προκειμένου να αποκομισθούν εκλογικά οφέλη κατευνάζοντας τη Γερμανική κοινή γνώμη και περιθωριοποιώντας τα ευρω-σκεπτικιστικά ρεύματα, δεν μπορούν να αποκλείσουν την αλλαγή στάσης μετεκλογικά και την επανάκαμψη αυστηρής γραμμής απέναντι στη χώρα μας. Συμπερασματικά, η πρώτη αυτή περίπτωση θέτει ισχυρή υποψηφιότητα μητρότητας για τις πρόωρες εκλογές που πρωθύστερα εξετάζουμε.

Η δεύτερη περίπτωση («ανανέωση της λαϊκής ετυμηγορίας, ως νωπής καταγραφής νομιμοποίησης προκειμένου να εφαρμοσθεί συγκεκριμένη πολιτική ενόψει μιας «δύσκολης» επερχόμενης συγκυρίας») απορρίπτεται κατά τη γνώμη μου, δεδομένης της τελείως διαφορετικής τρέχουσας πολιτικής συγκυρίας, των δυσμενών συνθηκών που ήδη από καιρόν εξελίσσονται επικρατούσες στην εγχώρια οικονομία, αλλά και της κατάστασης της ελληνικής κοινωνίας. Εκ νέου προσφυγή σε κάλπες για ανανέωση της λαϊκής εντολής αφενός δεν έχει καμία ορθολογική βάση και αφετέρου, θα συνιστούσε ιδανική αυτοχειρία της κυβέρνησης.

Όσο για την τρίτη περίπτωση («ενδοκυβερνητικών τριγμών που συντονίζονται πολλαπλασιάζοντας τις ρωγμές στην επιφάνεια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας…επισύροντας την απώλεια της «Δεδηλωμένης»), αυτή παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον από πλευράς πολιτικής ανάλυσης του υποθετικού σεναρίου πρόωρων εκλογών το φθινόπωρο. Θα μπορούσε κανείς να παρασυρθεί στις σκέψεις περί εσωτερικών ρωγμών, περί προβλήματος συνοχής της κυβέρνησης συνεργασίας, περί διαρροών και σταδιακής αφαίμαξης της κυβερνητικής πλειοψηφίας στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Διαφωνίες πράγματι υπάρχουν, εσχάτως δε ίσως είναι και εντονότερες ή συχνότερες. Όμως σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται οι ελάσσονες κυβερνητικοί εταίροι να προκαλέσουν την πτώση της κυβέρνησης. Για τον προφανή λόγο, ότι θα προκαλούσαν οι ίδιοι εκλογές οι οποίες θα έθεταν υπό αμφισβήτηση, αν όχι τη δυνατότητα υπέρβασης του εκλογικού μέτρου για εκπροσώπηση στη Βουλή, σίγουρα όμως τη διατήρηση εκλογικών ποσοστών που φράσσονται άνω από τα αντίστοιχα του Ιουνίου.

Συνοψίζοντας, η ανάλυση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αν γίνουν πρόωρες εκλογές, τότε θα εμπίπτουν αιτιολογικά στην πρώτη περίπτωση. Πόσο πιθανόν είναι όμως να γίνουν; Εκτιμώ ότι το σενάριο που κυκλοφόρησε φέρει κατά σημαντικό μέρος χαρακτήρα φήμης και σκόπιμης διαρροής. Υπό τύπον απειλής προς τους δύο εταίρους, φωτογραφίζοντας τις... κουκίδες στον μελλοντικό εκλογικό χάρτη ως δαμόκλειο σπάθη επικρεμάμενη πάνω από την πολιτική τους επιβίωση μετεκλογικά.

Ωστόσο, ουδείς μπορεί να βρίσκεται μέσα στο μυαλό ενός ηγέτη και των συν αυτώ κέντρων λήψεως αποφάσεων. Άλλωστε και οι πρόωρες εκλογές του 2009 ήταν μάλλον έκπληξη.

Στην περίφημη «Γενική Θεωρία», ο κορυφαίος Βρετανός οικονομολόγος Τζων Μέιναρντ Κέυνς κατέληγε: «...Οι ιδέες των οικονομολόγων και των πολιτικών φιλοσόφων, τόσο όταν είναι ορθές όσο και όταν είναι εσφαλμένες, ασκούν ισχυρότερη επίδραση από ό,τι συνήθως πιστεύεται…Πρακτικοί άνθρωποι που θεωρούν ότι δεν υφίστανται οποιαδήποτε πνευματική επιρροή, συνήθως, είναι οι δούλοι κάποιου μακαρίτη οικονομολόγου. Παράφρονες στην εξουσία, που ακούν φωνές να τους καλούν, αποκρυσταλλώνουν την τρέλα τους από κάποιον πανεπιστημιακό γραφιά παρελθόντων ετών...».

Παραφράζοντας τον Κέυνς, θα λέγαμε «ποιητική αδεία» ότι: πρακτικοί ηγέτες συχνά είναι δούλοι κάποιου πολιτικού αναλυτή...

Πηγή:www.capital.gr



Επιστροφή

Newsletter