Η Javascript πρέπει να είναι ενεργοποιημένη για να συνεχίσετε!

 


Δύο (πρωτοχρονιάτικα) διηγήματα...

Άρθρα | 08-01-2026 10:38



Χρόνος...

Πάντοτε περιεργαζόταν τον χρόνο· κάθε σταγόνα του λειτουργούσε για εκείνον ως μια αδιάκοπη πράξη ενδοσκόπησης· σκέψεις που στριφογύριζαν συγκεχυμένα στο μυαλό του, υφαίνοντας την τυχαιότητα του μέλλοντος με τις συντεταγμένες του παρελθόντος· συναισθήματα που άλλοτε ανέσυραν μνήμες και άλλοτε ξυπνούσαν από το υποσυνείδητο, ή συνήθως και τα δύο ταυτόχρονα περίπου, και που τα ίχνη τους εξαφανίζονταν σχεδόν ακαριαία μέσα σε έναν θολό, εύθραυστο συνδυασμό αφελούς προβολής φόβων και επιθυμιών στην σφαίρα της ρέουσας πραγματικότητας.

Προσπαθούσε έτσι -μάταια, το αισθανόταν άλλωστε- να δαμάσει τον ασύγχρονο, κατακερματισμένο, παράδοξα ανύπαρκτο παρόντα χρόνο· χρόνο που πασχίζει να υπάρξει ανάμεσα στο ακαριαίο παρελθόν, όπου μόλις έχει τοποθετηθεί, και στο οιονεί μέλλον, όπου εξίσου ακαριαία πρόκειται να μεταβεί. Και αναρωτιόταν -με τη σκέψη του να τρεμοπαίζει σαν φλόγα, και που με την κίνησή της λες και φλέρταρε με τον παγωμένο χρόνο- αν θα μπορούσε περισσότερο να λυπηθεί για όσα αφήνει πίσω ή να χαρεί για εκείνα που πιστεύει πως έρχονται· ή, αντίστροφα, αν όφειλε πιότερο να χαρεί για όσα πέρασαν ή να λυπηθεί για εκείνα που φιδογυρίζουν τα μέρη της ψυχής μέσα στην αβεβαιότητα της ύπαρξης.

Κατά βάθος γνώριζε ότι πρόκειται για τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος· που κάθε χρόνο το στρίβει, ελπίζοντας να ισορροπήσει όσο το κέρμα κυλάει γλυκά πάνω σε ένα λείο λουστραρισμένο δάπεδο· να ισορροπήσει όρθιο, τουλάχιστον για όση ώρα εκείνος περιεργαζόταν, ρομαντικά μα και αδυσώπητα εξίσου, τον ελάχιστο αυτόν χρόνο -πάλι, σε μία στιγμή αέναης ενδοσκόπησης· χρόνια πολλά.

 

Αρχή μιας καινούριας ζωής

Κείνη τη νύχτα στεκόταν όρθια. Το ίδιο σαστισμένη, επειδή -παρά όσα τόσο καιρό έμαθε- δεν ήξερε αν πρέπει περισσότερο να λυπηθεί για αυτά που αφήνει ή να χαρεί για όσα πιστεύει πως έρχονται.  

Η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο ήταν περίεργη. Σαν να είχε ανακατευτεί η ζέστη που έβγαινε από το τζάκι με τη μυρωδιά του φρεσκοβαμμένου τοίχου. Το ημίφως έκανε τους τόνους των διαφόρων χρωμάτων να φαίνονται παρόμοιοι και όσο αυτά ατονούσαν τόσο κορυφωνόταν η ένταση της στιγμής.  

Εκείνη πάλι, δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από τη φλόγα. Μέσα της έβλεπε ολόκληρη τη ζωή. Και εκείνους που έφυγαν και τα μελλούμενα που νόμιζε πως θα έρθουν. Το ένα λεπτό έσκυβε σκυθρωπή τα βλέφαρα για να δώσει τιμή στους πρώτους και το άλλο -λες και της έγνεφαν τα πάσης φύσεως δαιμόνια, μέσα της και έξω της- ορθάνοιγε την κόρη των ματιών της για να χωρέσουν από το μέλλον όσα η φορτωμένη της ψυχή ήθελε να αφήσει πίσω στο παρελθόν. Όσα επιθυμούσε να αντικαταστήσει με σκέψεις ελαφρύτερες, αισθήματα αγνότερα, συλλογισμούς που δεν θα έμοιαζαν με μια ξεθωριασμένη αχτίδα που ψάχνει, εδώ και καιρό, με αγωνία, να βρει τη χαραμάδα που της ανήκει.  

Με τα λόγια του μεγάλου Ρώσου συγγραφέα του 19ου αιώνα, κείνη η νύχτα θα ήταν η αρχή μιας καινούριας ζωής. Όχι πως θα άρχιζε έναν καινούριο τρόπο ζωής μα το καθετί που θα της τύχαινε ύστερα από την εποχή αυτή θα έπαιρνε στα μάτια της μιαν εντελώς διαφορετική σημασία.  

Καλή Χρονιά.
 

 

Για την αντιγραφή,

 

Κωνσταντίνος Γκράβας 

 

 

*Το δεύτερο διήγημα δημοσιεύθηκε τον Iανουάριο του 2022 στην HuffPost. 



Επιστροφή

Newsletter